Pinot Noir 2013, Cloudy Bay

Cloudy Bay Pinot Noir 2013_Wine Geeks

Cloudy Bay,  Pinot Noir 2013

Όνομα: Pinot Noir

Εσοδεία: 2013

Παραγωγός: Cloudy Bay

Περιοχή: Marlborough, South Island, New Zealand

Χρώμα: Ερυθρός

Ποικιλίες: Pinot Noir

Πώμα: Stelvin

Abv: 14,%

Τιμή: 37€

Το “Cloudy Bay” είναι ένα οινοποιείο στο νότιο νησί της Νέας Ζηλανδίας, το οποίο για τους οινόφιλους δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, μια και εδώ παράγεται έναν από τα διασημότερα “Sauvignon Blanc” της υφηλίου. Από τα πρώτα τα οποία έδωσαν έμφαση στον φρουτώδη χαρακτήρα και τον τυπικό «ποικιλιακό» χαρακτήρα της ποικιλίας, κάνοντας την περιοχή του Marlborough, διάσημη παγκοσμίως.

Το οινοποιείο ιδρύθηκε από τον David Hohnen, το 1985, ιδρυτή και ιδιοκτήτη του οινοποιείου “Cape Mentelle Vineyards” στην περιοχή της “Margaret River” στην νότια Δυτική Αυστραλία, ο οποίος είχε την τύχη να έχει σαν συνοδοιπόρο στο εγχείρημα αυτό τον περίφημο οινολόγο Kevin Judd, επί 25 χρόνια. Το 2003 το οινοποιείο αγοράστηκε από τον «πολυεθνικό οίκο πολυτελών προϊόντων» LVMH (Louis Vuitton Moet Hennessy).

Τα σταφύλια του Pinot Noir προέρχονται από την νότια πλευρά της κοιλάδας Wairau, η οποία περιλαμβάνει τις υποπεριοχές Brancott, Fairhal & Ben Morven. Τα εδάφη της περιοχής είναι προσχωσιγενή αμμοχάλικα με κάποια περιεκτικότητα σε άργιλο, μια δομή που επιτρέπει μια σταθερή  διαθεσιμότητα νερού για τα αμπέλια τους καλοκαιρινούς μήνες, έτσι ώστε αυτά να μην «πιέζονται» από τις υψηλές θερμοκρασίες.

Οι εννέα διαφορετικοί κλώνοι “Pinot Noir” που είναι φυτεμένοι στην περιοχή, για την σοδειά του 2013, συλλέχθηκαν με τα «χέρια», ξεκινώντας από τις 21 Μαρτίου (λόγω νοτίου ημισφαιρίου) και η τελευταία στις 19 Απριλίου.

Εφαρμόζεται η κλασσική ερυθρή μέθοδος οινοποίησης, με τα σταφύλια να ζυμώνουν σε ανοξείδωτες δεξαμενές, με κρυο-εκχύλιση και κατόπιν 3 εβδομάδες μούλιασμα και ανάδευση  των στέμφυλων με τον μούστο, προκειμένου, αυτά να αποδώσουν όλα τα αρωματικά τους χαρακτηριστικά. Στην συνέχεια το κρασί μεταφέρεται σε δρύινα γαλλικά βαρέλια, το 50% των οποίων είναι νέα, όπου διεξάγεται και η μηλογαλακτική ζύμωση, όπου και παραμένει για 12 μήνες. Κατόπιν το κρασί διαυγάζεται με ασπράδια αυγού και εμφιαλώνεται τον Ιούνιο του επόμενου έτους.

Χρώμα καθαρό μέτριο ρουμπινί. Μύτη καθαρή υψηλής αρωματικής έντασης, εξελισσόμενη, πολύπλοκη, χρειάζεται αερισμό, προκειμένου να αναδείξει τις αρετές της. Στην μύτη διακρίνουμε  νότες από μαύρα φρούτα, μύρτιλα σε συνδυασμό με άνθη βιολέτας, που συνυπάρχουν με νότες δαμάσκηνου. Ακολουθούν αρώματα από γλυκά μπαχαρικά (βανίλια) μαζί με κάποιες γαλακτικές νύξεις και νότες μεσογειακών βοτάνων (ρίγανη & θυμάρι), οι οποίες εξελίσσονται σε αρώματα καρπών (καφέ), πικάντικου ξύλου (σανταλόξυλο), ενώ στο τελείωμα διακρίνουμε ζωικές οσμές από καπνισμένο δέρμα, καψαλισμένο μπέικον και πικάντικα μπαχαρικά (λευκό πιπέρι).

Στο στόμα το κρασί είναι ξηρό, με οξύτητα υψηλή, σχεδόν λεμονάτη, τανίνες μέτριες (+), αλκοόλ ψηλό, που θερμαίνει διακριτικά τον ουρανίσκο, σώμα μέτριο και ένταση γεύσης  υψηλή. Στο στόμα αναγνωρίζουμε αρωματικά πρώτα τα κόκκινα φρούτα (κυρίαρχο το δαμάσκηνο) τα οποία και επικρατούν έναντι κάποιων νύξεων βατόμουρου και συνοδεύονται αρμονικά από νότες σανταλόξυλου, τοσταρισμένης δρυός (βανιλίνη) καθώς και κάποιες ελαφριές υπόνοιες μανιταριών και καψαλισμένου μπέϊκον. Η επίγευση είναι μέτρια (+) διάρκειας.

Λόγω της ισχυρής ακόμα παρουσίας των στοιχείων της δρυός στο κρασί, η οποία εν μέρει επικαλύπτει διακριτικά το φρούτο, θα θέλαμε να το ξαναδοκιμάσουμε σε περίπου 10 χρόνια από τώρα, έτσι ώστε η υποχώρηση της υψηλής οξύτητας με το επιπλέον στρογγύλεμα των τανινών, να προσδώσουν στο συγκερασμό φρούτου και δρυός ακόμα περισσότερη πολυπλοκότητα και βάθος. Για όσους, ωστόσο δεν διαθέτουν την υπομονή για κάτι τέτοιο, θα προτείναμε «παραδοσιακές» γεύσεις, με πρώτη ύλη τα εντόσθια των αμνοεριφίων, τις ηλιόλουστες ανοιξιάτικες μέρες που βρίσκονται μπροστά μας.