Νάουσα Πόλη του Οίνου 2013 – Μέρος 1ο

DSC_0015

Δεν είναι λίγες οι φορές που ενώ νιώθω έτοιμος να γράψω ένα κείμενο, ξάφνου η έμπνευση σταματάει με το που πιάσω το πληκτρολόγιο και παλεύω με το enter και το delete χωρίς να γράφω τίποτα. Κάπως έτσι ένιωθα όταν κλήθηκα από τον ανυπόμονο εαυτό μου να γράψω για τη «Νάουσα Πόλη του Οίνου» το εορταστικό τριήμερο στην ομώνυμη πόλη. Θυμάμαι που ανυπομονούσα (τρόπος του λέγειν) να γυρίσω πίσω και να μεταφέρω γραπτώς τα όσα υπέροχα έζησα αυτές τις τρεις μέρες. Με το που κάθισα όμως απέναντι στον Η/Υ…τζίφος!!! Πέρασαν μέρες χωρίς να μου αρέσει τίποτα από όσα έγραφα με αποτέλεσμα να τα διαγράφω συνεχώς, μέχρι να βρω το κατάλληλο κείμενο. Και η έμπνευση ήρθε με έναν πολύ απλό τρόπο όταν ένα βράδυ έβαλα λίγο κρασί από ξινόμαυρο για να χαλαρώσω. Τότε το ρουμπινί του χρώμα και τα χαρακτηριστικά του αρώματα έκαναν τη δουλειά τους και το μάτια μου και το σώμα μου πάλλονταν όπως του Ποπάυ όταν καταναλώνει το αγαπημένο του σπανάκι.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Παρασκευή και 13…Χμμμμ!!! Δεν είναι λίγοι που είναι προληπτικοί και διστάζουν μέχρι και να ξεμυτίσουν από το σπίτι τους τέτοια μέρα. Υπάρχουν όμως και αυτοί που δεν πτοούνται από κάτι τέτοια και κάποια τέτοια παιδιά υπάρχουν στη Νάουσα που παρά τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν καθημερινά επιμένουν να αγαπούν τον τόπο τους όσο τίποτε άλλο. Είναι η δεύτερη χρονιά που διοργανώνεται από  οινοποιούς της περιοχής οι οποίοι μας καλούν να δοκιμάσουμε τα προϊόντα τους, να επισκεφτούμε τα οινοποιεία τους και να συμμετέχουμε σε παράπλευρες δραστηριότητες που έχουν να κάνουν…μα με τι άλλο παρά με το αγαπημένο μας ξινόμαυρο.

Το κτίριο που διοργανώθηκε φέτος η εκδήλωση ήταν το πρώτο οινοποιείο της οικογένειας Μπουτάρη που ήταν και το πρώτο επίσημο οινοποιείο της Νάουσας, το 1908. Ο χαρακτήρας του είναι καθαρά εκπαιδευτικός και έχει σκοπό να μυήσει τον επισκέπτη στην ιστορία της αμπελουργίας και της οινοποίησης της Νάουσας αλλά και να παρουσιάσει τη διαχρονική εξέλιξη του οίνου. Τα εκθέματα αποτελούν έναν ιστορικό αμπελουργικό θησαυρό καθώς όλα είναι αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι παλαιότεροι αμπελουργοί-οινοποιοί της περιοχής.

Αφού πληρώσαμε το εισιτήριο μας, πήραμε το ποτήρι στα χέρια μας και κατευθυνθήκαμε προς τους παραγωγούς για να δοκιμάσουμε τα κρασιά τους. Τα οινοποιεία που συμμετείχαν φέτος ήταν οι εξής: Κτήμα Διαμαντάκου, Αμπελώνες Θυμιόπουλου, Κυρ Γιάννη, Κτήμα Μελιτζανή, Οινοποιείο Δαλαμάρα, Κατώγι Αβέρωφ, Μπουτάρη, Κτήμα Κόκκινος, Έλινος – Βιολογικοί Αμπελώνες Ταραλά και Κτήμα Καρυδά. Μου αρέσει αυτή η διαδικασία των δοκιμών όπου ο ένας παραγωγός είναι δίπλα στον άλλον. Και αυτό γιατί με αυτό τον τρόπο σχηματίζεις πιο εύκολα γνώμη για το γενικό προφίλ μιας ποικιλίας αλλά και για τις διαφορετικές εκφάνσεις που μπορεί να έχει από παραγωγό σε παραγωγό. Ξινόμαυρα λοιπόν, η μάλλον καλύτερα Νάουσες, για όλα τα γούστα με τη βασική αρωματική παλέτα να απαρτίζεται από τα έντονα φρουτώδη αρώματα όπως τα αρώματα κόκκινων φρούτων, φράουλας και κερασιού και τα πιο έκδηλα της ντομάτας και της ελιάς. Τα γλυκά αλλά και πικάντικα μπαχαρικά δεν λείπουν ενώ οι νότες δέρματος και τα αρώματα του κακάο συμπληρώνουν κάποια από αυτά. Στο στόμα εμφανίζεται συνήθως αρκετά πληθωρικό, με μέτριο ή πλούσιο σώμα, αιχμηρές τανίνες και υψηλή οξύτητα, χαρακτηριστικά που σε μια νεαρή Νάουσα μπορεί να είναι αρκετά επιθετικά αλλά που δίνουν στο κρασί τη σπάνια δυνατότητα να παλαιώνει και συνάμα να βελτιώνεται σε μεγάλο βάθος χρόνου. Τότε είναι και που απογειώνεται καθώς η μύτη του γίνεται πιο πολύπλοκη (μανιτάρια, αποξηραμένο σύκο, μαύρη τρούφα) ενώ οι τανίνες μαλακώνουν όμορφα δίνοντας μια αίσθηση βελούδου στο στόμα.

Μια πολύ ευχάριστη νότα έδιναν οι παραγωγοί άλλων τοπικών προϊόντων οι οποίοι προσέφεραν με χαμόγελο εδέσματα και διάφορα μεζεδάκια στους επισκέπτες όπως χειροποίητα αλλαντικά, γλυκίσματα με ξινόμαυρο, ψωμί με ξινόμαυρο κτλ. Φυσικά δεν είναι όλες οι Νάουσες ίδιες, καθώς ο κάθε παραγωγός βάζει τη δική του πινελιά στο κρασί του ενώ υπάρχουν και δύο βασικές σχολές στην οινοποίηση του. Η πρώτη είναι  η λεγόμενο παραδοσιακή πλευρά με πιο ρουστίκ χαρακτήρα και πιο έντονα χαρακτηριστικά τα αρώματα της ελιάς και της ντομάτας σε όλες τις μορφές, με ένα κλικ πιο ατίθασες τανίνες. Η δεύτερη είναι η μοντέρνα που έχει περισσότερα αρώματα κόκκινων φρούτων ενώ στο στόμα εμφανίζεται πιο μαλακή κι ευκολόπιοτη χωρίς να είναι απαραίτητη η μακρόχρονη παλαίωση προκειμένου να μαλακώσουν τα χαρακτηριστικά της (φυσικά μια τέτοια κατηγοριοποίηση δεν αποτελεί με τίποτα κανόνα παρά μόνο ένα γενικό οδηγό) . Εμείς προσωπικά είμαστε και των δύο σχολών. Εσείς για να εξερευνήσετε σε ποια ανήκετε δεν έχετε παρά να επισκεφτείτε τη Νάουσα, να δοκιμάσετε τα κρασιά των παραγωγών και να…διαλέξετε το προσωπικό σας στυλ.

Ο κόσμος ήδη είναι περισσότερος από πέρυσι. Οι οινόφιλοι περνούν από πάγκο σε πάγκο, συζητούν με τους παραγωγούς, τους θέτουν τις απορίες και τις ερωτήσεις τους…Οι τελευταίοι προσφέρουν προς δοκιμή τα κρασιά τους, απαντούν σε ότι τους ρωτούν οι επισκέπτες και γενικά πολλά πηγαδάκια στήνονται κατά μήκος της αίθουσας με αντικείμενο συζήτησης από τα πιο απλά οινικά θέματα όπως τα χαρακτηριστικά των κρασιών τους μέχρι πιο εξειδικευμένα όπως τη φαινολική ωριμότητα (!!!) και τα εδαφικά χαρακτηριστικά. Στήσαμε αυτί για να πιάσουμε το γενικότερο σφυγμό κι αντιληφτήκαμε χωρίς πολύ ψάξιμο ότι η αίθουσα έσφυζε από οινική ζωή και καταλάβαμε ότι κάτι όμορφο χτίζεται εδώ πέρα που είμαστε σίγουροι ότι θα αποτελέσει προπομπό και άλλων τέτοιων ευχάριστων γεγονότων.

Η ώρα πέρασε ευχάριστα ανάμεσα σε συζητήσεις για το ξινόμαυρο, για το μέλλον του και το διεθνή του χαρακτήρα, και σε συνεχόμενες ματιές στα εκθέματα του μουσείου. Έφτασε το βράδυ και μαζί με μια παρέα οινοποιών αποφασίσαμε να βγούμε μια βόλτα στην πόλη της Νάουσας προκειμένου να δοκιμάσουμε την τοπική κουζίνα παρέα με τα κρασιά τους. Σε αυτό το σημείο μας προκάλεσε μεγάλη έκπληξη μια κάρτα (στην ουσία μια λίστα κρασιού) που κατείχαν όσα μαγαζιά είχαν συνεργαστεί στο εγχείρημα. Έτσι, αυτά τα μαγαζιά είχαν στη συγκεκριμένη καρτέλα τα κρασιά των οινοποιών σε προνομιακές τιμές που άγγιζαν σχεδόν το κόστος προμήθειας των φιαλών από τα ίδια τα οινοποιεία. Στάση λοιπόν στο εστιατόριο «Σπονδή», όπου όλα μας τα κρασιά ήρθαν μέσα από το συντηρητή κρασιού, σε άψογη κατάσταση και στις τιμές που σας προανέφερα. Εδώ λοιπόν υπάρχει ένα μικρό tip το οποίο θα μοιραστώ μαζί σας: να έχετε πάντα κατά νου ότι όταν επισκέπτεστε πόλεις που έχουν σχέση με το κρασί και τυχαία (ναι μωρέ, τυχαία) έχετε κάποιους από τους οινοποιούς στην παρέα σας το βράδυ, φροντίστε καλά μου παιδιά να παραγγείλετε κάτι πιο…εξεζητημένο ας το πω κομψά γιατί οι τιμές μπορεί να κατέβουν….λίιιιιιιγο ακόμα λόγω «βύσματος», κάτι που φυσικά κάναμε κι εμείς.

Έχουμε και λέμε λοιπόν: Παλιοκαλιάς, Κτήμα Δαλαμάρα 2008, Ράμνιστα, Κυρ Γιάννη 2009 και Ράμνιστα Κυρ Γιάννη 1995 (δύο φιάλες παρακαλώ). Δεν αδικώ τα υπόλοιπα κρασιά όταν λέω ότι το να δοκιμάζεις αυτές τις σπάνιες Ράμνιστες, δίπλα στο τζάκι, με αφόρητο κρύο έξω, συνοδεία τοπικής κουζίνας είναι από τις στιγμές που οι κάλυκες της μνήμης κρατούν για χρόνια μέσα τους. Πραγματικά εξαιρετικές, με ζωντάνια μέσα τους, σε άψογη κατάσταση συνδυάστηκαν τέλεια με όσα πιάτα ήρθαν μπροστά μας αλλά κυρίως με το κλέφτικο αρνάκι (αξίζει να αναφέρουμε ότι αυτές τις μέρες τα εστιατόρια μαγειρεύουν πιάτα τα οποία έρχονται σε απόλυτη αρμονία με το ξινόμαυρο).

Φανταστική πρώτη μέρα σκεφτόμαστε, τα γέλια δίνουν και παίρνουν, τα σαγόνια το ίδιο αλλά το τζάκι σε συνδυασμό με το κρασί κάνουν τα μάτια να λυγίζουν. Σπίτι λοιπόν για ύπνο γιατί την επόμενη μέρα έχουμε ένα σωρό δραστηριότητες.