Κάπως έτσι έγινε η αρχή…

Abbaye-Gordes

Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να μην του αρέσουν τα ταξίδια. Πόσω μάλλον αν αυτά συνδέονται με την μοίρα, με το κισμέτ που λένε οι Ανατολίτες…έστω και αν το μαθαίνεις μετέπειτα. Τι εννοώ με αυτά τα ακαταλαβίστικα; Πολύ απλά ότι ένα ταξίδι μπορεί να αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια επίσκεψη σε τόπους, μνημεία  ή αξιοθέατα. Και αυτό μπορεί τελικά να είναι το αντάμωμα σου με την μοίρα που αντιθέτως με ότι νόμιζες τελικά δεν σε…έστησε στο ραντεβού σας που λένε και οι Active Member.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή… Καλοκαίρι 2010. Ένα αμάξι τίγκα στις αποσκευές, 4 άνθρωποι στριμωγμένοι κι ένα ταξίδι με πολλούς προορισμούς σε μια διαδρομή 7500χλμ. Όλα τα είχαμε στο πρόγραμμα (ή μάλλον σχεδόν όλα). Μήνες σχεδιασμού, βασικά αξιοθέατα, ξενοδοχεία κτλ. Και λεφτά για σουβενίρ. Πολλά σουβενίρ!!! Θυμάμαι πριν την αναχώρηση μου να ρωτάω τον πατέρα μου τι ήθελε να του φέρω πίσω για αναμνηστικό. Η απάντησή του ήταν απλή: “ένα κρασί από κάθε τόπο που θα επισκέπτεσαι”. Ωραίο δώρο σκέφτηκα. Σχεδόν ενθουσιάστηκα άσχετα αν μέχρι εκείνη τη στιγμή η μόνη μου σχέση με το κρασί ήταν η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων χύμα στα φοιτητικά μου χρόνια στα, μόνο κατ’ όνομα, ρεμπετάδικα που διοχέτευαν αφειδώς τα “αγνά χωρίς συντηρητικά” κρασιά τους στους επί δεκαετίες δύσμοιρους φοιτητές.

Abbaye-Gordes

Θυμάμαι βέβαια τον παππού μου, να φτιάχνει κρασί από Μοσχόμαυρο και να το εμφιαλώνει κανονικά αφού το περνούσε πρώτα από ένα μικρό βαρελάκι που είχε για προσωπική χρήση. Τον έχω πάντα σαν γλυκιά ανάμνηση μέσα μου να μου δείχνει πώς κλαδεύουν το χειμώνα και πώς μπολιάζουν τα κλήματα. Τα σύνεργα του ακόμα τα φυλάω από τότε που μας άφησε και τα κοιτάω που και που σκεπτόμενος τα δικά μου χρόνια της μύησης του υποσυνείδητου. Το ίδιο έκανε και με το τσίπουρο του. Η μάνα μου έχοντας κληρονομήσει την αγάπη για το κρασί από τον παππού μου πάσχιζε να μας βάλει κάνα Νυχτέρι στο γιορτινό τραπέζι και καμιά Νάουσα γύρω από τις κρεατοφαγίες. Το μεν πρώτο το κατεβάζαμε ιερόσυλα ξεροσφύρι τη δεύτερη την αντικαθιστούσαμε άνετα με…μπύρες φτηνής προέλευσης το καλοκαίρι και με…ουίσκυ το χειμώνα για να το παίξουμε σύγχρονοι μεσοαστοί δίπλα στο τζάκι αφού έτσι πρόσταζε για χρόνια το lifestyle των γνωστών περιοδικών που αλλοίωσαν για χρόνια το DNA των Ελλήνων και μεταξύ αυτών τον απομάκρυναν και από τις διατροφικές του συνήθειες (όπως την επαφή του με το κρασί στο καθημερινό τραπέζι). Αργότερα βέβαια κατάλαβα ότι η κάστα των ανθρώπων που δημιουργήθηκε από αυτά τα ξενόφερτα πρότυπα (και τονίζω ότι το να μιμείσαι μια καλή συμπεριφορά δεν είναι κακό…αλλά το να μαϊμουδίζεις και να καταπίνεις αμάσητη τροφή ναι…είναι μεγάλο κακό) είναι αυτή που τρώει αστακομακαρονάδα στην Αράχωβα καταχείμωνο με 40 πόντους χιόνι. Μακρηγορώ όμως ένεκα άγχους και αυτό είναι κακό.

Κι ενώ είμαι χαρούμενος για την επιλογή του πατέρα μου ξαφνικά με ζώνουν τα μαύρα φίδια. Τι κρασί να πάρω από κάθε περιοχή, τι ποικιλία και πόσο να κάνει άραγε. Άρχισα λοιπόν να αγχώνομαι. Η απαιδευσιά μου ήταν τόσο μεγάλη που όσο και αν σκάλιζα τις μνήμες, τις εμπειρίες και τις γνώσεις μου (μέχρι τα τελευταία στάδια των σπουδών μου) με οδήγησε σε τέλμα. Αποφάσισα το δίχως άλλο να κινηθώ με το ένστικτο και με την επιτόπια έρευνα όπως άλλωστε με δίδαξαν στα πρώτα μου πανεπιστημιακά χρόνια οι καθηγητές μου.

Το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση.
-Robert Louis Stevenson, 1850-1894, Σκωτσέζος συγγραφέας

Κι εδώ είναι που άρχισε μια περιπέτεια που δεν έμελλε να τελειώσει ποτέ. Συνεπής μα και άσχετος από κάθε μέρος που περνούσαμε έπαιρνα μία φιάλη για τον πατέρα μου…Πέρασα από την Γερμανία (στο μυαλό μου ούτε που περνούσε η λέξη Riesling μια και είχα τους Γερμανούς να καταναλώνουν μόνο μπύρα φορώντας άσπρες κάλτσες και σανδάλια). Πέρασα και από τη Γαλλία ντε (ω ναι εδώ ήξερα ότι παράγουν πολύ καλό κρασί αλλά που να φανταστώ ότι η Αλσατία στην οποία έμεινα, η Βουργουνδία στην οποία έκανα πικνίκ και το Μπορντώ στο οποίο έφτασα εξουθενωμένος είναι οι κορυφαίες οινοπαραγωγικές περιοχές της χώρας) και ξόδευα τα ωραία μου λεφτάκια σε κρασιά που ούτε καν τα ήξερα παρά μόνο φευγαλέα είχα ακούσει κάτι που λεγόταν Cabernet!!! Κι ενώ διέσχισα όλη τη Γαλλία κατέληξα σε ένα πολύ μικρό χωριό της Προβηγκίας (Νότια Γαλλία), τη Gordes… Εκείνη τη μέρα ήταν γραφτό να συναντηθώ με αυτό που θα αγαπούσα όσο λίγα πράγματα στη ζωή μου: το κρασί.

Αχ αυτή η Προβηγκία…Μέρος μαγικό το οποίο είχα βάλει στόχο να το επισκεφτώ όταν είχα πρωτοδεί την ταινία που πρωταγωνιστούσε ο Russell Crowe με τίτλο “A Good Year”. Η ταινία πραγματεύεται το δίλημμα ενός νεόπλουτου κακομαθημένου χρηματιστή από το Λονδίνο, όταν η μοίρα του επιφυλάσσει να επισκεφτεί τις παιδικές του αναμνήσεις και την απλότητα της ζωής στην πανέμορφη Προβηγκία. Και φυσικά κεντρικό ρόλο έχει το κρασί. Η Νότια Γαλλία είναι μια πανέμορφη περιοχή, σχεδόν μαγική, γεμάτη γραφικά χωριουδάκια που δεν τα έχει αγγίξει ο χρόνος. Αποπνέει μια ζεστασιά και μια αίσθηση ρομαντισμού σπάνια στις μέρες μας ενώ κατακλύζεται από τα αρώματα λεβάντας και των άλλων βοτάνων με τα οποία είναι κατάφυτη. Οινικά, τα τελευταία χρόνια παλεύει να βρει το μερίδιο της καθώς είναι περισσότερο γνωστή για τα επιτραπέζια κρασιά της (συνήθως μέτριας ποιότητας) κάποια κορυφαία ροζέ και φυσικά επειδή είναι η μεγαλύτερη αμπελουργική ζώνη της Γαλλίας. Βασικές ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι το Mourvedre, το Grenache, το Cinsault και το Syrah. Φυσικά τότε όταν πρωτάκουσα αυτές τις λέξεις ούτε που γνώριζα τι σήμαιναν.

france_wine_2

Η Gordes μας υποδέχτηκε ιδανικά! Με μια μικρή μουντάδα κι ένα ψιλόβροχο που το μόνο που έκανε ήταν το άρωμα από τις λεβάντες που κατακλύζουν σαν ένα τεράστιο μωβ πέπλο την περιοχή, να μοσχοβολάνε τόσο έντονα που σου ερχόταν λιποθυμία.  Θυμάμαι ότι σε εκείνο το ταξίδι λάτρεψα το αρωματικό φυτό και από τότε, όταν έχω τις μαύρες μου, βγαίνω στον μικρό κηπάκο που έχω σπίτι, κόβω μερικά κλωναράκια γαλλική λεβάντα από αυτή που φύτεψα αμέσως με το που γύρισα από το ταξίδι μου, και τα τρίβω στα χέρια μου μυρίζοντάς τα. Δεν ξέρω αν λειτουργεί ως placebo αλλά κατευθείαν κάθε μου κακή σκέψη απομακρύνεται και βλέπω ξανά τον εαυτό μου να περιπλανιέται μέσα στις σταγόνες της βροχής και στα χωράφια με τα μικρά μωβ ανθάκια.

Αφού ξοδέψαμε κάμποσες ώρες να χαζεύουμε τα τοπία που ήταν απαράμιλλης ομορφιάς αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε στο κέντρο του χωριού. Ξαφνικά μπροστά μας ακουγόταν ένας ήχος από μια γαλλική ορχήστρα και προχωρώντας είδαμε αρκετό κόσμο να βαδίζει προς ένα συγκεκριμένο μέρος όπου ήταν στημένα δεκάδες πάγκοι με παραγωγούς της περιοχής. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Εκατοντάδες κόσμου να γελάνε δυνατά κρατώντας ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, να σε αγκαλιάζουν χωρίς να σε ξέρουν και να σου βάζουν να πιεις σαν να σε ήξεραν καλά από χθες. Και αφού αγκαλιαζόμασταν με όλους αυτούς τους «κατακόκκινους» Γάλλους κατευθυνόμασταν στα ενδότερα του wine fest που είχαν στήσει επώνυμοι οινοποιοί από την περιοχή  Cotes du Ventoux (όμορη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στο νότιο τμήμα του Ροδανού και στην Προβηγκία στις οποίες καλλιεργούνται κυρίως οι ποικιλίες Grenache, Carignan, Cinsault, Syrah, Mourvèdre). Θυμάμαι το πόσο περίεργα ένιωθα κοιτώντας αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήξερα πώς να φερθώ. Βόλταρα αμήχανα γύρω από τους πάγκους κοιτάζοντας τα κρασιά τους. Εντελώς ξαφνικά ένα ποτήρι κρασί βρέθηκε στο χέρι μου…Γύρισα να κοιτάξω και τότε είδα έναν σχεδόν πελώριο τύπο, με γκρίζα γενειάδα, κατακόκκινο από το γέλιο και κάτι αστείες τιράντες με ένα πιο αστείο γιλέκο. Μου γέλασε και με χτύπησε στον ώμο. Έπειτα έκανε νεύμα σε εμένα αλλά και σε όλη την παρέα να τον ακολουθήσουμε όπως και κάναμε. Φτάσαμε μπροστά από έναν πάγκο και αυτός με κινήσεις χορευτικές, ασύνδετες του σουλουπιού του πήδηξε από πίσω. Ε όχι!!! Αυτός ο τύπος που τουλάχιστον στα μάτια μου ήταν ίδιος ο συγχωρεμένος ο Ρασούλης ήταν παραγωγός. Κάτι μέσα μου με έκανε να παραξενευτώ αφού περίμενα κάποιον πιο…κυριλέ. Κι εκεί ξεκίνησαν οι απανωτές ανατροπές των απόψεων που είχα εκ του μακρόθεν για το κρασί.

Μας ρώτησε από πού ήμαστε και θυμάμαι την χωρίς ίχνος προσποίησης χαρά του καθώς και το ότι φώναζε συνεχώς στα αγγλογαλλοελληνικά “Υetsina!!! Υetsina!!!” εννοώντας προφανώς τη ρετσίνα. Μαζεύτηκαν και άλλοι παραγωγοί δίπλα μας και όλοι μαζί έπιασαν τη συζήτηση μαζί μας. Πώς ήρθαμε, ποιος ήταν ο προορισμός μας, ποια η σχέση μας με το κρασί και διάφορα άλλα κάνοντας την ώρα να περνά ευχάριστα αλλά με γοργούς ρυθμούς. Κάποιος μας έφερε να φάμε μια τοπική λιχουδιά (κάτι σαν paella) από το πιο μεγάλο ταψί που έχω δει ποτέ και ήταν στημένο απάνω σε φωτιά που είχε στηθεί πρόχειρα στο έδαφος. Οι ορίζοντες μου άνοιγαν επικίνδυνα. Το ίδιο και η όρεξη για κρασί. Μας έδειξαν πώς να πιάνουμε σωστά το ποτήρι του κρασιού, πώς να το μυρίζουμε, πώς να το αναδεύουμε, πώς να το κοιτάμε…Ακόμα ξεραίνομαι από τα γέλια όταν προσπαθώ να ανακαλέσω τη στιγμή που έπρεπε να βάλω όλη τη μύτη μέσα στο ποτήρι και να μυρίσω όσο πιο δυνατά μπορούσα….

Καθώς η μέρα πλησίαζε στο τέλος της, ρώτησα το κόστος κάποιων φιαλών για να πάρω μαζί μου για τον πατέρα μου που…τελικά έμειναν στο δικό μου ράφι (sorry dad). Εδώ σημειώθηκε άλλη μια ανατροπή: οι τιμές ήταν πραγματικά πάρα πολύ καλές και τότε συνειδητοποίησα σιγά σιγά τη σύνδεση που μπορεί να έχει η ποιότητα, το κρασί και η τιμή του. Πήρα από αρκετούς παραγωγούς ομολογουμένως και όλοι μας χαιρετούσαν εγκάρδια είτε παίρναμε ένα είτε κανένα μπουκάλι. Τελευταίο όμως άφησα τον κύριο που βλέποντας την αμηχανία μας, μας έκανε να νιώσουμε ένα με την παρέα του. Δεν θα ξεχάσω το πόσο γέλασε όταν πήγαμε να του δώσουμε ολόκληρο το ποσό που αντιπροσώπευε την αξία των κρασιών του. Όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά μας έβαλε και 3 φιάλες σε περίπτωση που διψούσαμε στη διαδρομή…. Τον χαιρετήσαμε και μας συνόδεψε μέχρι την έξοδο της πλατείας. Εκεί καθίσαμε να μας βρέχουν οι στάλες της βροχής, οι μυρωδιές της λεβάντας να μας χαϊδεύουν και ενώ τα χέρια μας ήταν γεμάτα φιάλες να προσπαθούμε να αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον. Προσπαθώντας να αποφύγω την υπερβολή ήμουν σίγουρος ότι τίποτα δεν θα ήταν ξανά το ίδιο, τουλάχιστον σε ότι αφορούσε στη σχέση μου με το κρασί.

Όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα βάλθηκα σαν τρελός να διαβάζω για το κρασί, να ψάχνω για σπουδές και σεμινάρια και γενικώς τουλάχιστον σε επίπεδο χόμπυ να ασχολούμαι νυχθημερόν με αυτό, προσπαθώντας να ρουφήξω κάθε «σάκχαρο» γνώσης που μπορούσα να πάρω. Έψαξα επίσης να βρω τα κρασιά που είχα αγοράσει στο διαδίκτυο προσπαθώντας να τα ταυτοποιήσω και να μάθω περισσότερα πράγματα γι’ αυτά. Δυστυχώς όμως υπήρχαν πολύ λίγα πράγματα γι’ αυτά καθώς όπως σας είπα πιο πάνω, δεν ήταν κρασιά «αίγλης» και «βάρους» ενός Μπορντώ ή μιας Βουργουνδίας. Για αρκετό καιρό ψιλοφοβόμουν να τα δοκιμάσω γιατί νόμιζα ότι θα ήταν «νεροζούμια» κάτι που θα με απογοήτευε και ίσως μοιραία να έσπαγε το περίβλημα του μύθου μέσα στο οποίο είχαν προστατευτεί για χρόνια αυτά τα κρασιά και συνεπώς κάποιες από τις πιο γλυκές μου αναμνήσεις. Με την παρακίνηση γνωστού φίλου-οινοποιού, μόλις φέτος αρχίσαμε να ανοίγουμε κάποιες φιάλες… Και ομολογουμένως ο μύθος τους ενισχύθηκε αφενός, γιατί τα κρασιά δοκιμάζονταν τέλεια αφετέρου, γιατί όλοι οι φίλοι που τα ήπιαμε μαζί συμφώνησαν ότι είχαμε να κάνουμε πραγματικά με κρασιά που μας έδωσαν την ευκαιρία να πιούμε κάτι διαφορετικό…

france_wine_3

Όσον αφορά στον κύριο που μας μύησε στον υπέροχο κόσμο του κρασιού; Ονομάζεται Yves Morard και το oινοποιείο-κτήμα του Clos de Patris. Τα δε κρασιά του είναι ένα κλασικό blend της Νότιας Γαλλίας, με το Carignan να υπερισχύει των άλλων ποικιλιών. Προέρχονται από σταφύλια βιολογικής καλλιέργειας ενώ κάποια από αυτά δεν περιέχουν καθόλου θειώδη. Και σίγουρα δεν είναι τα καλύτερα κρασιά του κόσμου, αλλά για μένα πάντα θα έχουν ένα ξεχωριστό μέρος στην καρδιά μου.

Τέλος, αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ένα: η ζωή μου άλλαξε προς το καλύτερο. Γιατί στο φινάλε, αυτό ήταν και το μεγαλύτερο κέρδος που αποκόμισα από εκείνο το ταξίδι και που αποκομίζω καθημερινά με την επαφή μου με το κρασί. Ότι ασχολούμενος μαζί του, καθώς και με όσα αυτό συνεπάγεται, γνώρισα εκπληκτικούς ανθρώπους, έζησα μοναδικές στιγμές και εν ολίγοις (θέλω πραγματικά να το πιστεύω αυτό) …έγινα καλύτερος άνθρωπος.